Άψυχοι εγκέφαλοι


Δημοσίευση στην εφημερίδα Greek News (28/03/2011)

Οι πολιτικοί εντέλει –ίσως μηδενός εξαιρουμένου- στην Ελλάδα μπορούν εύκολα να προσομοιαστούν με όντα από άλλο πλανήτη, αφού καθίσταται σαφές ότι δεν έχουν ουδεμία επαφή με την πραγματικότητα. Όλοι αυτοί στην Πλατεία Συντάγματος μοιάζουν σα να είναι αποκομμένοι από το σύγχρονο κοινωνικό και οικονομικό γίγνεσθαι, κινούμενοι ως ανεξάρτητες μονάδες σε ένα δικό τους χωροχρόνο. Κάποιοι από αυτούς έχουν καταλάβει ότι κάτι ίσως δεν πάει καλά –χωρίς όμως να είναι και απόλυτα σίγουροι- και δεν πολυκυκλοφορούν. Υπάρχουν όμως και κάποιοι άλλοι, οι οποίοι δεν έχουν καταλάβει ότι αποτελούν κόκκινο πανί για το σύνολο της κοινωνίας και κινούνται φυσιολογικά ανάμεσά μας, σα να μη συμβαίνει τίποτα.

Ο πάντα διακριτικός, λεπτεπίλεπτος και φειδωλός στα λόγια κύριος Πάγκαλος βρέθηκε προσφάτως στα Καλύβια Αττικής, όπου και δέχτηκε στοχευμένη επίθεση με γιαούρτια. Ο εν λόγω, που κατά τη διάρκεια της πολιτικής του θητείας έχει προσβάλλει την ελληνική κοινωνία –όχι μόνο εντός, αλλά και εκτός συνόρων-, από ότι φαίνεται δεν έχει καμία συναίσθηση των λεχθέντων του –όχι ότι είχε ποτέ- και επιπλέον πλασάροντας και την γυναίκα του στην πολιτική γίνεται ακόμα πιο προκλητικός και θρασύς. Δεν είναι μόνο η εμφάνιση που προδίδει άνθρωπο χωρίς μέτρο, αλλά και το στόμα που τρέχει πολύ πιο γρήγορα από το μυαλό.

Ο κύριος Πάγκαλος όμως δεν είναι ο μόνος που έχει δεχτεί κατάμουτρα το κατά τα άλλα θρεπτικότατο προϊόν. Ο Γιώργος Βουλγαράκης (ό,τι νόμιμο είναι και ηθικό!), ο Αλέκος Αλαβάνος (ο εκατομμυριούχος σοσιαλιστής των βορείων προαστίων), ο Νικήτας Κακλαμάνης (ο κύριος Τίποτα του Κολωνακίου), ο Πάνος Μπεγλίτης (γιαούρτια και μπουκάλια), ο Χρήστος Πρωτόπαπας, ο Γιώργος Αλογοσκούφης, ο Κώστας Καραμανλής, ο Κίμων Κουλούρης και πολλοί ακόμα έχουν ταπεινωθεί με γιαούρτωμα, αλλά και έχουν υποστεί κατά καιρούς φραστικές και όχι μόνο επιθέσεις από τον κόσμο.

Τα περισσότερα από τα άνωθι περιστατικά έλαβαν χώρα ενόσω οι κύριοι αυτοί κυκλοφορούσαν αμέριμνοι σε καφετέριες, συγκεντρώσεις, ομιλίες, έβγαιναν βόλτα στους δρόμους κ.λπ. Κάποιος μπορεί βέβαια να πει «Και τι να κάνουν; Να μείνουν κλεισμένοι στα σπίτια τους και να μη βγαίνουν ποτέ;». Ναι, ακριβώς αυτό. Να μη βγαίνουν ποτέ. Γιατί όλοι αυτοί, νυν και πρώην, έφαγαν. Γιατί όλοι τους, νυν και πρώην, αποτελούν για την ελληνική κοινωνία καταχραστές του δημοσίου χρήματος. Γιατί η Ελληνική Βουλή έγινε εντέλει άντρο εκείνων «που δεν κατάλαβαν τίποτα». Εκείνων χωρίς συναίσθηση. Εκείνων που ουσιαστικά δεν είναι κομμάτια αυτής της κοινωνίας. Εκείνων που ο κόσμος ψηφίζει αναγκαστικά, γιατί δεν υπάρχουν άλλοι.

Οι Έλληνες πλέον βλέπουν τους πολιτικούς σαν ξένα σώματα, ειδεχθή, μίζερα και ανίκανα να τους εμπνεύσουν, να τους δώσουν έστω και ένα ψήγμα ελπίδας, έστω και μια υποψία χαμόγελου, γιατί όλοι τους κινούνται σαν άψυχοι εγκέφαλοι, που εκούσια αποκόπηκαν από την κοινωνία. Και όταν αποκόπτεσαι από την κοινωνία σημαίνει ουσιαστικά ότι δε θέλεις να αποτελείς μέρος της. Ίσως γιατί δεν σου αρέσει, ίσως γιατί τη θεωρείς μίζερη. Ίσως γιατί θεωρείς ότι είσαι πολύ πιο πάνω από αυτή. Άλλωστε ο «συμπαθέστατος» κύριος Πάγκαλος δεν αποκάλεσε τους δημοσίους υπαλλήλους «κοπρίτες» και «τεμπέληδες»; Την ίδια στιγμή που ο ίδιος δουλεύει νυχθημερόν; Με διαφορετικό βέβαια τρόπο.

Τις προάλλες επίσης ο ίδιος πολιτικός εξέφρασε εξίσου ανοιχτά –αφού έχει ξεπεραστεί πλέον το θέμα του σεβασμού απέναντι στην ελληνική κοινωνία- σε πρωινή ειδησεογραφική εκπομπή ότι «Γιατί; Γνωρίζετε εσείς καμία κυβέρνηση που να πραγματοποίησε ό,τι υποσχέθηκε προεκλογικά;». Αλίμονο! Νομίζω ότι έχουμε πάψει πλέον να πιστεύουμε, όχι μόνο οτιδήποτε διαγγέλλουν οι πολιτικοί προεκλογικά, αλλά και μετεκλογικά. Πόσες φορές και αν έχουμε ακούσει τον κύριο Παπανδρέου και τον κύριο Παπακωνσταντίνου να δηλώνουν ότι δεν θα επιβληθούν νέα μέτρα; Φευ! Κάθε φορά που επιστρέφουν από τα ταξιδάκια τους, κάτι καινούριο έχουν να ξεφουρνίσουν στον κόσμο. Για να μην αναφερθούμε στον προηγούμενο κουρασμένο πρωθυπουργό που διεκήρυττε περί διαφάνειας, σεμνότητας και ταπεινότητας, για να αντιληφθούμε κατόπιν ότι έκανε πράξη το ακριβώς αντίθετο. Οπότε… κύριε Πάγκαλε δεν χρειάζεται να δηλώνετε τα αυτονόητα. Πρώτον γιατί τα γνωρίζουμε ήδη και δεύτερον γιατί απλά τονίζετε ακόμα περισσότερο το θρασύ και ανάλγητο προφίλ σας. Όλοι σας τα ίδια σκέφτεστε, απλά οι άλλοι έχουν την στοιχειώδη συναίσθηση να μην τα ξεστομίζουν.

Το ξέρουμε πολύ καλά ότι οι εποχές αλλάζουν. Ο κόσμος της παρούσας δεκαετίας δεν έχει καμία σχέση με τον κόσμο της περασμένης κ.ο.κ. Το αυτό ισχύει και για τους πολιτικούς προφανώς, αφού αποτελούν μέρος –έστω και ξένο- αυτής της κοινωνίας. Δεν ξέρω αν το κλισέ «κάθε πέρσι και καλύτερα» ισχύει για όλα τα κράτη του κόσμου όμως. Προσωπικά από τα ταξίδια που πραγματοποιώ επανειλημμένως σε διάφορες χώρες έχω διαπιστώσει ότι σε αρκετές από αυτές τα πράγματα έχουν βελτιωθεί. Παρόλο που παντού οι συνθήκες ζωής αλλάζουν, παρόλο που παντού τα πράγματα έχουν γίνει πιο σκληρά και πιο ανελέητα, σε διάφορους τομείς, η αλλαγή στον κόσμο είναι εμφανής. Λόγου χάρη, οι Γάλλοι έχουν γίνει λιγότερο σωβινιστές, περισσότερο ευγενείς και περισσότερο φιλόξενοι με τους τουρίστες. Στην Αγγλία η εξυπηρέτηση στα μαγαζιά και τις επιχειρήσεις έχει γίνει πιο θερμή. Στις Βρυξέλλες το ίδιο. Επίσης, στην Ιταλία το επίπεδο οργάνωσης και εξυπηρέτησης έχει βελτιωθεί πάρα πολύ. Για την Αμερική δεν σχολιάζω, γιατί από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου να την επισκέπτεται, ήμουν πάντα απόλυτα ικανοποιημένη από την οργάνωση και την ταχύτητα εξυπηρέτησης, σε πάρα πολλούς τομείς. Μάλιστα βλέπω σήμερα στην Ελλάδα ορισμένες κινήσεις που οι Αμερικανοί έχουν υιοθετήσει εδώ και τουλάχιστον 20 χρόνια.

Σίγουρα ο κόσμος, όπως ανέφερα πιο πάνω, έχει γίνει σκληρότερος, από άποψη συνθηκών ζωής. Η εγκληματικότητα έχει αλλάξει πρόσωπο. Οι πόλεμοι έχουν αλλάξει ύφος, λόγο και τρόπο διεξαγωγής. Οι ανάγκες έχουν αλλάξει. Αυτό σημαίνει ότι και ο κόσμος πρέπει –αναγκάζεται δηλαδή- να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Στην Ελλάδα όμως ο κόσμος αντί να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα, προσπαθώντας να αντισταθμίσει τα αρνητικά με θετική δράση, απλά ακολούθησε την κατηφόρα και μάλιστα όχι μόνο με ευκολία, αλλά και με μεγάλη χαρά. Ο κόσμος έχει γίνει αγενής, μίζερος, χωρίς όραμα, φοβισμένος, χωρίς πυξίδα, χωρίς προσανατολισμό, κοιτώντας πάντα και μόνο τον εαυτό του. Έχει χαθεί παντελώς η αίσθηση του «εμείς». Το «ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε σήμερα και αύριο έχει ο Θεός» έχει γίνει σλόγκαν to live by. Και όλα αυτά ξεκίνησαν από τον γνωστό λαοπλάνο που ανέλαβε τα ηνία της χώρας, 3 δεκαετίες πριν. Τότε ήταν που ο πολιτικός ξεκίνησε να ονομάζεται λαμόγιο, καρεκλοκένταυρος, «να φάμε», να διορίσουμε, να πληρώσουμε για ψήφους κ.λπ. Τώρα πλέον οι πολιτικοί μας απλά και ασυναίσθητα αποστασιοποιήθηκαν από την κοινωνία. Άλλωστε ο ίδιος ο τωρινός πρωθυπουργός τριγύριζε ανά την Ευρώπη και την Αμερική διακηρύττοντας ότι δεν ξέρει από πού να μας συμμαζέψει. Ότι ναι, υπάρχει διαφθορά και ότι το καλύτερό μας σπορ είναι η φοροδιαφυγή. Ναι, το έκανε. Σαν να μην ήταν Έλληνας. Σαν να μην ένιωθε μέσα του ότι βγαίνοντας έξω έπρεπε να υποστηρίξει τη χώρα του και την ελληνική κοινωνία. Το ίδιο ακριβώς δεν κάνει και ο Παπακωνσταντίνου; Όλο χαμόγελα όταν είναι έξω και όταν επιστρέφει, η διάθεση και το ύφος του είναι πάντα στο ναδίρ. Λες και αρέσκεται να μας «τιμωρεί». Οπότε είναι απόλυτα λογικό να γίνεται τάχιστα ένας από τους λιγότερο συμπαθείς πολιτικούς αυτή τη στιγμή. Δεν είναι μόνο ο ρόλος του, αλλά και το ύφος του. Το απόλυτα παγωμένο και αποστασιοποιημένο.

Ο Θέμος Αναστασιάδης έγραψε την περασμένη Κυριακή στο Πρώτο Θέμα: «Όποιος πολιτικός φοβάται να βγει από το σπίτι του, σημαίνει ότι πρέπει να αποχωρήσει από την πολιτική». Σωστό. Αλλά όχι αρκετό. Το θέμα δεν είναι το «φύγε εσύ, έλα εσύ». Γιατί, σύμφωνα με τις πιθανότητες και ο επόμενος το ίδιο θα είναι. Το θέμα είναι να αλλάξει συθέμελα το πολιτικό ήθος σε αυτόν τον τόπο και οι εκπρόσωποι του λαού να είναι και να λειτουργούν ως αυθεντικά κομμάτια αυτής της κοινωνίας. Αυτό είναι το –πρώτο- θέμα.

Ξαφνική, μαζική και ταυτόχρονη επίθεση



Έχουμε χρόνια που ακούμε την κλισέ φράση «μπάτσοι-γουρούνια-δολοφόνοι», αλλά υπάρχουν βάσιμες αμφιβολίες για το αν η πλειοψηφία του κόσμου έχει καταλάβει τον άνωθι συσχετισμό. Και αυτό γιατί, ειδικά τα τελευταία 10 χρόνια, η αστυνομία είναι μάλλον θύμα, παρά θύτης. Όσοι ήταν παρόντες σε πορείες ή επεισόδια μπορούν σίγουρα να διαβεβαιώσουν ότι η αστυνομία «απαντά»… δεν «απευθύνει τον λόγο» και ότι έχει δεχθεί απίστευτες, όχι μόνο λεκτικές, αλλά και επιθέσεις με διαφόρων ειδών -αυτοσχέδια και μη- όπλα.

Το τελευταίο δράμα παίχτηκε χτες (1η Μαρτίου) το απόγευμα (δεν είχε νυχτώσει ακόμα) σε ένα περίπτερο στο Μενίδι και στη συνέχεια στον Κηφισό, στο ύψος του Ρέντη. Κινηματογραφική ληστεία με Καλάζνικοφ σε περίπτερο, ώρα 6.30 το απόγευμα, σε συνοικία με κόσμο, εργαζόμενους, γυναίκες, παιδιά… Οι ληστές επιβαίνουν σε τζιπ μεγάλου κυβισμού και αρχίζουν τρελή πορεία, καταδιωκόμενοι από αστυνομικούς της ομάδας ΔΙΑΣ, που πραγματικά και ομολογουμένως αποτελεί μια άκρως επιτυχημένη πρωτοβουλία του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη. Σε κάποια στροφή, το τζιπ παρκάρει δεξιά, οι επιβαίνοντες κατεβαίνουν και στήνουν ενέδρα στους αστυνομικούς, οι οποίοι έχουν καλέσει για ενίσχυση. Τα περιπολικά δεν έφτασαν ποτέ και μόλις οι αστυνομικοί έστριψαν δέχτηκαν ακατάπαυστα τα πυρά των δραστών. Δύο παλικάρια 20 και 23 ετών έχασαν τη ζωή τους, ενώ δύο νοσηλεύονται, με σταθερή την κατάσταση της υγείας τους.

Το προηγούμενο –επίσης πρόσφατο- τραγικό συμβάν έλαβε χώρα στις 23 Φεβρουαρίου, κατά τη διάρκεια της πραγματικά μεγαλειώδους πορείας, που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα. Νιώσαμε αληθινά περήφανοι για τη λαοθάλασσα που διαδήλωσε ειρηνικά –αναφαίρετο συνταγματικό δικαίωμα-, ενάντια στα σκληρά μέτρα –που πλήττουν κυρίως τη μεσαία τάξη και ειδικά τους συνταξιούχους-, ενάντια στη διαφθορά και την υποκρισία της πολιτικής σκηνής και ενάντια σε μια κυβέρνηση, τα κίνητρα της οποίας παραμένουν σκοτεινά, όσον αφορά την είσοδο στο διαβόητο μνημόνιο. Όμως η αληθινά απίστευτη ενέργεια της πορείας αυτής εντέλει αμαυρώθηκε.

Εκείνο που συντάραξε το βλέμμα και την ψυχή μας δεν ήταν η καταστροφή του κέντρου της Αθήνας για μια ακόμα φορά, ούτε οι χιλιάδες συμμετέχοντες. Η εικόνα του πεσμένου στα γόνατα αστυνομικού όμως –που σίγουρα έχει οικογένεια, παιδιά, μάνα και πατέρα- που δέχτηκε δολοφονική επίθεση με μολότοφ στο κεφάλι (!) ήταν αδιαμφισβήτητα ανατριχιαστική. Είδαμε τον άνθρωπο να πετάει με τρόμο το κράνος από το κεφάλι του και σε κατάσταση υστερίας να προσπαθεί να σβήσει τη φωτιά που έκαιγε γύρω από το λαιμό του. Η επανάληψη, δε, της σκηνής από την τηλεόραση έκανε την εικόνα ακόμα πιο εφιαλτική. Ποιος ξέρει τι ακριβώς σκεφτόταν ο άνθρωπος αυτός, ενόσω φλεγόταν. Την οικογένειά του. Αν ο μισθός που παίρνει αξίζει όλα εκείνα που υπομένει και στα οποία υποβάλλεται κάθε φορά που πρέπει να διατηρήσει την τάξη σε μια πορεία ή εκδήλωση. Το σίγουρο είναι ότι σκέφτηκε το θάνατο… αν μη τι άλλο.

Κατόπιν, παρακολουθήσαμε ακόμα μια δολοφονική επίθεση με μολότοφ, στα πόδια αυτή τη φορά ενός δημοσιογράφου, τον οποίο έσπευσαν άμεσα να βοηθήσουν οι γύρω συνάδελφοι και ο κόσμος.

Και όλα αυτά μας έφεραν στο μυαλό άσχημες θύμησες. Μάιος 2010. Marfin Bank, οδός Σταδίου. Τότε που δολοφονήθηκαν 3 νέοι άνθρωποι. Τρεις εργαζόμενοι σε τράπεζα. Έτσι. «Και λοιπόν? Δεν μας ενδιαφέρει ποιος είναι μέσα. Να καούν. Δουλεύουν σε τράπεζα». Αυτά είχαν ακουστεί τότε από τους –όχι δολοφόνους (!)- κουκουλοφόρους, που πέταξαν τις μολότοφ μέσα στην τράπεζα, εντός της οποίας πέθαναν οι 3 αυτοί άνθρωποι –εκ των οποίων η μια εγκυμονούσα- από ασφυξία. Το «αστείο» είναι ότι παρά το γεγονός ότι υπήρχαν μάρτυρες, εκείνοι οι δράστες δεν πιάστηκαν ποτέ. Δεν ακούστηκε ποτέ τίποτα γι’ αυτούς. Απλά συνέχισαν να υπάρχουν μέσα στο πλήθος. Όπως εκείνος που πιάστηκε κατά τη διάρκεια της πορείας, αλλά αφέθηκε ελεύθερος, παρά το γεγονός ότι κρατούσε τόξο με βέλος και είχε τσεκούρι στην τσάντα του. Κατά τα άλλα όμως, στη φυλακή μπορεί να είναι κάποιος με ένα χρέος 1.000 ευρώ στην εφορία, αλλά χωρίς δικτυωμένο δικηγόρο.

Οι κακοποιοί άφαντοι λοιπόν. Όπως άφαντοι είναι και όλοι οι ένοχοι σε αυτό το κράτος. Ποτέ κανείς δεν φταίει σε τίποτα. Όλα είναι πάντα μια κακή συγκυρία. Όλα θα μπορούσαν να αποφευχθούν, αλλά δε…

Η ρίζα του προβλήματος είναι αλλού όμως. Σύμφωνα με καταγγελίες αστυνομικών –συμπεριλαμβανομένου του γραμματέα της Ένωσης Αστυνομικών Αττικής-, δεν υπάρχουν αρκετά περιπολικά για να καλύψουν τη «δράση» στην Αθήνα, ενώ πολλά από αυτά δεν υπόκεινται σε κανέναν απολύτως τεχνικό έλεγχο (δήθεν λόγω περικοπών), πολλές φορές οι ίδιοι οι αστυνομικοί αναγκάζονται να αγοράζουν μόνοι τους –με δικά τους χρήματα- τον εξοπλισμό τους, η πλειοψηφία της ομάδας ΔΙΑΣ δεν φοράει καν αλεξίσφαιρα γιλέκα, ενώ οι μισθοί τους φτάνουν μετά βίας τα 700 ευρώ. Ανήμποροι και ουσιαστικά απροστάτευτοι μπροστά σε θρασύτατους κακοποιούς, βλέπουν τον θάνατο to breathe down their neck. Η αστυνομία λοιπόν δεν έχει γίνει το στόχαστρο μόνο των απανταχού αντιεξουσιαστών (και πράσινα άλογα… στην κυριολεξία), κομμουνιστών, αναρχικών, αντικαπιταλιστών κ.ο.κ., αλλά, από ότι καθίσταται σαφές, και του ίδιου του κράτους. Γιατί το κράτος πρώτο από όλους οφείλει να φροντίσει, να εκπαιδεύσει και να θωρακίσει το Σώμα που προστατεύει τους πολίτες αυτής της κοινωνίας. Μια πολύ πετυχημένη φράση είπε ο Γραμματέας της Ένωσης Αστυνομικών. «Όσοι είναι εναντίον μας, βαφτίζονται Δημοκράτες και όσοι μας υποστηρίζουν, αποκαλούνται Φασίστες»…

Το συμπέρασμα όμως νομίζω πως βγαίνει αβίαστα. Ποιος είναι το «γουρούνι»? Ποιος είναι ο «δολοφόνος»? Εκείνος που προσπαθεί να επιβάλλει την τάξη? Ή εκείνος που επιτίθεται εκουσίως με Καλάζνικοφ, βόμβες, τόξα, τσεκούρια, καδρόνια και κομμάτια μάρμαρου με ξεκάθαρο στόχο να σκοτώσει ή να προκαλέσει τουλάχιστον σοβαρή σωματική βλάβη? Γιατί ο κουκουλοφόρος με το τόξο, το τσεκούρι και τη μολότοφ είναι ακριβώς στην ίδια κατηγορία με τον χτεσινό ληστή-δολοφόνο.

Τα πράγματα όμως επί συνόλω είναι τόσο διαλυμένα σε αυτή τη χώρα, που η αστυνομία μπορεί να είναι και το τελευταίο πράγμα που ενδιαφέρει την κυβέρνηση… και ίσως την κάθε κυβέρνηση. Ο πρωθυπουργός μας ταξιδεύει ανά τον κόσμο μέρα παρά μέρα (αμφιβάλω πραγματικά αν έχει καθίσει στην Αθήνα για περισσότερες από 3 συνεχόμενες ημέρες), ο υπουργός οικονομικών κάθε φορά που πάει στο εξωτερικό, επιστρέφει με νέο σετ –ακόμα πιο αυστηρών- μέτρων, οι μετανάστες συνεχίζουν την απεργία πείνας (κάτι το όποιο προσωπικά με αφήνει ΠΑΓΕΡΑ αδιάφορη) στο υπό κατάληψη μέγαρο Υπατία, το κέντρο της Αθήνας έχει μετατραπεί σε γκέτο χειρότερο από το South Bronx ή το Harlem, οι τρομοκράτες και οι απανταχού κακοποιοί δρουν ανεξέλεγκτα, οι συνεχείς –από τα Χριστούγεννα- απεργίες μας έχουν τσακίσει τα νεύρα, η ανεργία σκαρφαλώνει κοντά στο 15%, ο ΦΠΑ στα 23% -με προοπτική ανόδου το 2012-, οι εξώσεις παρουσιάζουν έκρηξη –αφού ο κόσμος δεν έχει να πληρώσει ούτε ενοίκιο, ούτε κοινόχρηστα, ούτε ΔΕΗ-, οι Γερμανοί επιμένουν να πουλήσουμε την Ακρόπολη και κάνα νησάκι (3.000 έχουμε… τι να τα κάνουμε?), οι Τούρκοι θα φτάσουν σε λίγο στην Πάτρα –για να δουν αν κουνιούνται οι βάρκες στον Κορινθιακό-, οι Μουσουλμάνοι ονειρεύονται δικό τους κράτος στη Θράκη, η βενζίνη πατάει το 2ευρω σε λίγο –αφού τα αντανακλαστικά των βενζινοπωλών μας είναι ακαριαία- και σε λίγο μπορεί και να έχουμε κύμα μεταναστών από Λιβύη –αφού μπορούμε να τους θρέψουμε.

Βουλιάζει το κράτος και βουλιάζει και το έθνος μαζί. Είναι σαν να έχουμε δεχτεί ξαφνική, μαζική και ταυτόχρονη επίθεση από παντού. Ακόμα και εκ των έσω. Δεν εξηγείται αλλιώς...





Το μαύρο πέπλο της ανεργίας

Δημοσίευση στην ιστοσελίδα http://www.statesmen.gr/

«Φως στο τούνελ» για την οικονομία, την ανάπτυξη και την ανεργία βλέπει ο κύριος Παπακωνσταντίνου. Παρόλα αυτά μας είναι ασαφής, όσο και ακατάληπτη η πηγή αυτού του φωτός. Καθώς δεν μπορούμε να δούμε ούτε που στηρίζεται, ούτε από πού αντλεί αισιοδοξία.

Σύμφωνα με πρόσφατες μετρήσεις, τα ποσοστά ανεργίας στην Ελλάδα ανέβηκαν κατά 2 μονάδες εντός του Δεκεμβρίου 2010, ενώ στην παρούσα κυμαίνονται περί τα 14% (επίσημα εγγεγραμμένοι). Σύμφωνα με τις δυσοίωνες προβλέψεις, το ποσοστό αυτό θα φτάσει τα 22% μέχρι τα τέλη του 2011, δηλαδή, σε απτό και κατανοητό αριθμό, τους 1.150.000 ανθρώπους. Αν σε αυτή την εξαιρετικά δυσάρεστη προοπτική προσθέσουμε τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης, που έχουν φτάσει τα 65 έτη, τη μείωση μισθών, την υιοθέτηση ευέλικτης εργασίας και ωραρίου, τη νέκρωση της αγοράς και των επιχειρήσεων και τη μηδενική ανάπτυξη, τότε έχουμε ένα πικρό κοκτέιλ, το οποίο υποχρεούνται να γευτούν οι νέοι άνθρωποι κυρίως.

Ναι, εκείνοι που μόχθησαν στα πανεπιστημιακά έδρανα για πτυχία, μεταπτυχιακά και διδακτορικά. Εκείνοι που πέρασαν από αμέτρητες δουλειές, με χιλιάδες απλήρωτες υπερωρίες. Εκείνοι που άκουσαν ειρωνικά, υπαινικτικά και απειλητικά σχόλια για την ποιότητα της εργασίας τους. Εκείνοι που είδαν προϊσταμένους να τους «υποκλέπτουν» τη δόξα του δικού τους κόπου, παρουσιάζοντάς την ως δική τους. Εκείνοι που είχαν δικτυωμένους προϊστάμενους, με πολύ λιγότερα προσόντα και ταλέντα από αυτούς. Εκείνοι που κυνήγησαν δουλειές, εκείνοι που απολύθηκαν, εκείνοι που παραιτήθηκαν λόγω απαράδεκτων εργασιακών συνθηκών, εκείνοι που είχαν ολιγόμηνες συμβάσεις και βρέθηκαν στο δρόμο.

Και μετά αναρωτιόμαστε. Γιατί οι νέοι θέλουν να φύγουν; Γιατί να εγκαταλείψουν την Ελλάδα και να δώσουν τα φώτα τους αλλού; Γιατί δε μένουν να πολεμήσουν, για να σώσουν τον τόπο αυτό;

Οι παραπάνω δεν είναι παρά ρομαντικές ερωτήσεις, που προέρχονται μάλλον από εκείνους που δεν ξέρουν «εκ των έσω» τι σημαίνει να παλεύεις –στην κυριολεξία- για να βρεις και να κρατήσεις μια δουλειά. Για εκείνους που επιλέγουν να αγνοούν ότι οι λογαριασμοί τρέχουν, η ζωή και η ακρίβεια καλπάζουν και ότι ο νέος δεν έχει την πολυτέλεια να κοιτάζει τους τοίχους περιμένοντας έως και χρόνια για να βρει μια δουλειά της προκοπής, με μοναδικό σκοπό στη ζωή του να «σώσει την Ελλάδα». Ειδικά δε επειδή η Ελλάδα –αυτοί που την κυβερνούν δηλαδή- δεν θέλει να τους πετάξει ούτε καν ένα μισοφουσκωμένο σωσίβιο.

Και δεν είναι μόνο το θέμα της μείωσης προσλήψεων, δηλαδή της αδυναμίας εύρεσης θέσεως εργασίας. Είναι και εκείνη η γνωστή ελληνική κουλτούρα –που καλλιεργήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Να πατάμε και να εξαφανίζουμε όποιον αξίζει και μπορεί να κάνει πράγματα, επειδή «χαλάει την πιάτσα».

Καλύτερα να λείπουν λοιπόν οι ρομαντικές αναρωτήσεις και ας κάνουν οι νέοι άνθρωποι ό,τι νομίζουν καλύτερο. Αν στο εξωτερικό η δουλειά, η μόρφωση και το ήθος αναγνωρίζεται, αμείβεται και χαίρεται σεβασμού, τότε εκεί θα πρέπει να κατευθυνθούν. Όχι ότι τα πράγματα είναι εύκολα στο εξωτερικό, αλλά τουλάχιστον υπάρχει ηθική και υλική ανταμοιβή. Η ζωή έγινε ιδιαίτερα σκληρή και ο ρομαντισμός δεν έχει πλέον θέση πουθενά.